Saturday, November 04, 2006
Ο θεός και το κουνούπι
Ως γνωστόν κάθε απόδειξη περί της ύπαρξης ή μη ύπαρξης του θεού στερείται σοβαρότητος, καθώς εισάγει παραπλανητικά σε μια υπό εξέταση πρόταση, έναν όρο άγνωστο, απροσδιόριστο, αντικειμενικά ανύπαρκτο.
Μειώνοντας στο ελάχιστο το βάθος και επεκτείνοντας στο έπακρο το εύρος της έννοιας ‘θεός’ τον καθιστούμε κατηγορούμενο των πάντων, μέλος δηλαδή μιας πανταχού παρούσας ταυτολογίας. «Η δύναμη είναι θεός», «η αδυναμία είναι θεός», «το καλό είναι θεός», «το κακό είναι θεός», κάτι σαν «τα άλογα είναι ζώα» και «τα γαϊδούρια είναι ζώα». Τι προσθέτει άραγε στην αντίληψη και τη βίωση μας ένας τέτοιος θεός; Μάλλον τίποτα.
Αν από την άλλη μετατοπίσουμε την έννοια ΄θεός’ από τη θέση του κατηγορουμένου στη θέση του υποκειμένου, τότε τον υποτάσσουμε σε κάτι ευρύτερο απ’ αυτόν. Υποστηρίζουν με περισσή ευκολία οι θεολόγοι ότι «ο θεός είναι πανάγαθος» και ότι «ο θεός είναι παντοδύναμος» χωρίς να τρομάζουν στην ιδέα ότι έχουν ήδη έτσι δημιουργήσει κάποιους υψηλότερους θεούς, το αγαθό και τη δύναμη.
Συμπέρασμα;
Εκτός από τη πρόδηλη πρόταση «ο θεός είναι θεός» που δε διαφέρει και πολύ από την πρόταση «το κουνούπι είναι κουνούπι», δεν μπορούμε να αρθρώσουμε τίποτε άλλο πειστικό περί του θεού.
Εκείνη
Το λευκό της δέρμα παρέπεμπε σε μια αγνότητα τύπου Άρτεμης, σα να τους προκαλούσε όλους χωρίς να υποκύπτει σε κανένα.
Τα κατακόκκινα χείλη της μάλλον υπονοούσαν την άβυσσο, τον ανοιχτό κρατήρα, την αδυσώπητη έλξη, τη μαγική τέχνη της Μήδειας, το ζωώδη σφυγμό του θανάτου.
Τα δάχτυλά της μου θύμιζαν τα ίχνη του εφήμερου, στάλες εριστικές, παιδικά εργαλεία.
Τα μαλλιά της με μετέφεραν στο Μεσαίωνα, σε ένα δάσος πυκνό με κρυμμένους ιππότες, καταδιωκόμενες μάγισσες και στο βάθος ένα κατακόκκινο ήλιο που συνεχώς δύει, χωρίς να δύει ποτέ.
Τα μάτια της, όλοι θα τα παρουσιάζατε σαν πύλη προς τον χαμένο παράδεισο. Ποιητικές αερολογίες! Τα μάτια της ήταν κάτι πολύ συγκεκριμένο, ήταν σκοτεινές κατακόμβες, όπου ποτέ δεν ήχησαν ευλαβείς λειτουργίες, που φιλοξενούσαν πάθη αναμμένα απ τις Σειρήνες και καταδικασμένα να μη σβήσουν ποτέ.
Όσο για τα πόδια της, το πιο απολαυστικό μέλος της, δε συμβολίζουν το παραμικρό. Γι αυτά γίνομαι εγώ σύμβολο, γίνομαι η γη τους, για να γεύομαι τις πατημασιές της, το γλυκύτατο βάρος της, που κατανέμεται αρμονικά πάνω μου, μες απ τα πέλματά της και τα προκλητικά ακροδάχτυλα της…
Απόσπασμα από το «Εκείνη» του Jesus Calderon, Εκδ. ‘Φίληβος’, μτφρ. Σ. Ιωαννίδης.
Σκοτεινή αρχιτεκτονική
Απόσπασμα από το «Σκοτεινή Αρχιτεκτονική» του James Livingston, Εκδ. ‘Σπουδές’, μτφρ. Ν. Αλλοίμονος.
Tuesday, October 31, 2006
Οι διαστάσεις του έρωτα
Από το ‘Οι διαστάσεις του έρωτα’ του Ανρύ ντε Βερντέν. Εκδόσεις ‘Πλίνθος’. Μτφρ. Γ. Γεωργιάδης.
Friday, October 27, 2006
Οι δέκα εντολές [μια άλλη ερμηνεία ή/και αντί-θεση]
Ό,τι δημιουργείς είναι θεός γιατί τι άλλο υπάρχει;
«Ου ποιήσει σεαυτώ είδωλον ουδέ παντός ομοίωμα»
Όλος ο κόσμος είναι φτιαγμένος από είδωλα της σκέψης σου και της δόξας σου κι εμείς πολλαπλασιάζουμε τα είδωλα και τα ομοιώματα, ακολουθώντας το δικό σου παράδειγμα. Και τα τιμάμε αυτά τα είδωλα και τα λατρεύουμε πιο πολύ κι από σένα, γιατί μέσα σ’ αυτά τελείται η συνάντησή μας μαζί σου.
«Ου λήψει το όνομα κυρίου του θεού σου επί ματαίω»
Ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης. Ποιος είμαι εγώ που θ’ αρνηθώ το όνομά σου στα πάντα;
«Μνήσθητι την ημέραν των σαββάτων αγιάζειν αυτήν. Εξ ημέρας ποιήσεις πάντα τα έργα σου, τη δε ημέρα τη εβδόμη ου ποιήσεις εν αυτή παν έργον»
Την ημέρα των Σαββάτων θα τιμήσω πάνω απ’ όλες με εργασία αδιάκοπη και τις άλλες έξι θα σιωπώ, γιατί χρειάζεται χρόνος πολύς για να αφομοιώσω τα κρυμμένα σου νοήματα.
«Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου»
Εγώ τιμώ μόνο τα γεννήματά μου, γιατί μέσα σ’ αυτά αντικρύζω τη δική σου ενέργεια.
«Ου φονεύσεις»
Μόνο εσύ που δίνεις μπορείς να πάρεις. Άστους να πιστεύουν τ’ αντίθετο. Εσύ όμως ξέρεις…
«Ου μοιχεύσεις»
Πώς ν’ αντιστρατευτώ τις επιθυμίες μου, τα δικά σου μάτια μέσα μου; Θυμήσου τον πόνο του μηδενός καθώς γονιμοποιούσες ένα κόσμο ολόκληρο μες στα σπλάχνα της δικής του αγαπημένης…
«Ου κλέψεις»
Μόνο να κλέβω μπορώ. Τίποτα δε μου ανήκει.
«Ου ψευδομαρτυρήσεις κατά του πλησίον σου μαρτυρίαν ψευδή»
Θυμήσου, κι εσύ αναρωτιόσουν ‘τι εστιν αλήθεια’
«Ουκ επιθυμήσεις τη γυναίκα του πλησίον σου, την οικίαν του πλησίον σου, τα υπάρχοντα του πλησίον σου»
Κανείς δεν έχει γυναίκα, κανείς δεν έχει κανείς δεν έχει οικία, κανείς δεν έχει υπάρχοντα, είναι όλα δικά σου. Επιθυμώ τα δικά σου, γιατί μόνο αυτά υπάρχουν…
Copyright by Markos-the-Gnostic
Tuesday, October 17, 2006
Ραφαήλ
Ζήτησε μια μέρα ο Ραφαήλ απ’ τον μεγάλο φρουρό των ουρανών, τον παντοδύναμο Μιχαήλ, την άδεια να επισκεφθεί τη κόλαση. Πολλά ακούγονταν κι είχαν γραφτεί γι αυτό το παράξενο τόπο και μια επιτόπια έρευνα θα ήταν τουλάχιστον ενδιαφέρουσα… Του άνοιξαν τη πύλη, μια πύλη που στην κυριολεξία χώριζε τους δυο κόσμους ολοκληρωτικά. Ήταν μια βαριά κατάμαυρη μεταλλική πύλη, στη μέση ενός ακατέργαστου αδιαπέραστου τείχους, που δε φαινόταν να τελειώνει πουθενά. Περιέκλειε την κόλαση [ή τον κόσμο μας;] [ή μήπως και τα δυο;] πάνω, κάτω, αριστερά και δεξιά…
Μπήκα μέσα με τρόμο, μετά από όσα είχα ακούσει γι αυτή τη περιοχή, αλλά πολύ σύντομα ηρέμησα, μάλιστα ηρέμησα υπερβολικά, γιατί δεν υπήρχε τίποτα που να ταράξει την ηρεμία μου. Ώστε αυτή η περίφημη κόλαση ήταν τελικά άδεια; Όπου και να έστρεφα το βλέμμα του… μια έρημη γη, μια απέραντη χέρσα έκταση, μια αφύσικη ομοιομορφία…
Κι έτσι άρχισα να βαδίζω προς το βάθος με μια ελπίδα ότι κάπου κάτι θα συναντούσα. Και πράγματι δεν έπεσα έξω… Μετά από κάμποσες ώρες είδα καθισμένο σε μια πέτρα έναν ασκητή.
‘Τι κάνεις εδώ άγιε πατέρα;’ τον ρώτησα.
‘Είμαι ο Αντώνιος νέε μου, δεν με αναγνώρισες;’
‘Ο Αντώνιος;’ ψέλλισα με απορία.
΄Ένας άγιος στην κόλαση ε;’ έβαλε τα γέλια ο ασκητής. ‘Μα εγώ το ζήτησα. Ήταν η ύψιστη ανάγκη μου, η τελευταία μου επιθυμία. Είχα υπερνικήσει πια όλους τους πειρασμούς. Δεν υπήρχαν άλλοι πια. Η ζωή μου ήταν εντελώς άδεια. Και ζήτησα απ το θεό να με στείλει στην ίδια τη κόλαση. Τι να κάνω τον παράδεισο εγώ, του είπα. Εγώ γεννήθηκα για να πολεμάω. Κι έτσι βρέθηκα εδώ. Ηλίθια επιλογή. Δεν υπάρχει τίποτα εδώ, ούτε πειρασμοί, ούτε τίποτα…’
Στεναχωρέθηκα από τη λανθασμένη επιλογή του αγίου, αλλά μη μπορώντας να επέμβω, τον αποχαιρέτησα με σεβασμό και προχώρησα ακόμη πιο μέσα στη μεγάλη αυτή έρημο, που δε νομίζω να τέλειωνε πουθενά
Πιο κάτω, συνάντησα ένα δαφνοστεφανωμένο νέο.
‘Τι κάνεις εδώ φίλε;’ τον ρώτησα.
‘Είμαι ο Ντάντε νέε μου, δεν με αναγνώρισες; O Ντάντε Αλιγκιέρι’.
‘Μα εσύ, στη κόλαση; Εσύ που την είχες ήδη επισκεφτεί και μετά έφτασες μέχρι τον ουρανό, ξαναγύρισες πάλι εδώ;’
‘Ένα ποίημα ήταν νέε μου, μια λογοτεχνική απόπειρα. Κι έτσι ζήτησα τώρα πια να τη γνωρίσω και στη πραγματικότητα. Καμία σχέση… Είδες… άμα δεν έχεις οδηγό. Δεν υπάρχει Βιργίλιος εδώ, μόνο στη φαντασία μου υπήρχε…’
΄Κι η Βεατρίκη;’, τον ρώτησα, επιδεικνύοντας και λίγο τη μελέτη που είχα κάνει επισταμένα στη θεία κωμωδία.
‘Τίποτα… Ακούς; τίποτα. Θέλω απεγνωσμένα να επιστρέψω και να τη ξαναβρώ, αλλά στο είπα και πριν, εδώ δεν υπάρχουν οδηγοί…’
‘Ντάντε, επειδή κάτι ξέρω εγώ κι απ τα μελλούμενα, μάθε ότι αν κάποιος βγει ποτέ από δω θα είσαι σίγουρα εσύ. Η Βεατρίκη σε περιμένει ως την αιωνιότητα κι αυτός ο κόσμος δε μου φαίνεται άτρωτος στα βέλη της, στα βέλη της κάθε Βεατρίκης…’
Προχώρησα κι άλλο. Αναρωτώμενος τι να σημαίνουν όλα αυτά.
Πιο κάτω συνάντησα ένα πολεμιστή, πάνω σ ένα πελώριο άλογο, σταχτί με μακριά χαίτη.
‘Σε χαιρετώ. Τι υπάρχει πέρα στα βάθη;’ τον ρώτησα.
‘Τίποτα. Ένα τεράστιο τίποτα. Με ξεγέλασε. Ακούς; Δε θα του το συγχωρήσω ποτέ. Με ξεγέλασε εμένα, τον πιο μεγάλο κατακτητή, τον κύριο όλης της οικουμένης.’
‘Ποιος είσαι;’ Τον ρώτησα.
Η ερώτηση αυτή αντήχησε μέσα του σαν η μεγαλύτερη προσβολή που είχε ποτέ ειπωθεί. Σήκωσε το σπαθί του απειλητικά κατά πάνω μου. Και τότε κατάλαβα.
‘Αλέξανδρε!!!’ ψέλλισα. ‘Κι εσύ εδώ;’
Η αναγνώριση λειτούργησε λυτρωτικά.
‘Ναι, εδώ. Ζήτησα απ το Μιχαήλ να μεσολαβήσει στο θεό του και να μ’ αφήσει να κατακτήσω τους λαούς της κόλασης, να τους γνωρίσω από κοντά και να τους φέρω τα δώρα του πολιτισμού. Αλλά με ξεγέλασε ο θεός σας. Εδώ δεν υπάρχει τίποτα. Η απόλυτη ερημιά, χειρότερη κι απ τη Γεδρωσία. Τελικά μόνο το Δία μπορεί κανείς να εμπιστεύεται…’
Κι έφυγε καλπάζοντας προς το πουθενά…
Λίγο μετά συνάντησα μια κοπέλα, ούτε είκοσι χρονών, πολεμίστρια κι αυτή με περικεφαλαία, πανοπλία κι ασπίδα. Ότι και να φόραγε δεν μπορούσε να κρύψει την ομορφιά της. Απεναντίας, την τόνιζε στο έπακρο. Αυτήν την ήξερα, την ήξερα καλά. Είχα ζήσει από κοντά το δράμα της, δίπλα στη πυρά, μέχρι την τελευταία της πνοή.
‘Ιωάννα’, της ψιθύρισα, ‘Ιωάννα, μα τι δουλειά έχεις εσύ εδώ;’
‘Άγγελε μου σ ευχαριστώ. Τελικά δεν μ αφήνεις ποτέ, ε;’
‘Μα πες μου πώς βρέθηκες εσύ εδώ;’
‘Τι πίστευες άγγελε μου μετά από τόσο μαρτύριο θα κατέληγα στον Παράδεισο;’
‘Μα βέβαια, ήμουν απόλυτα σίγουρος για σένα, ειδικά για σένα, πιο πολύ απ τον καθένα’
‘Όχι άγγελε μου, αν επιτρέψεις στα μαρτύρια ν αρχίσουν, τότε είναι πολύ δύσκολο να σταματήσουν ποτέ…’
Αντί γι απάντηση την πήρα στην αγκαλιά μου. Την κρατούσα απ το χέρι και βαδίζαμε προς το άγνωστο. Δεν θα έφευγα ποτέ απ αυτόν τον τόπο χωρίς εκείνη… Δεν θα την έχανα για μια ακόμη φορά…
Περπατούσαμε επί ώρες, επί μέρες, επί μήνες, επί χρόνια, και δεν γερνούσαμε. Ζούσαμε την αγάπη μας μες στη κόλαση, κι η κόλαση δεν μας άγγιζε, μέχρι που έφτασε η ώρα να φτάσουμε στο κέντρο αυτής της έρημης χώρας…
Ένας τεράστιος πύργος υψωνόταν μέχρι τον ουρανό. Όχι μέχρι τον ουρανό. Τον διαπερνούσε κι αυτόν και συνέχιζε, και συνέχιζε, μέχρι πού άραγε; Φλόγες και πέτρες εκσφενδονίζονταν από μέσα σου.
‘Ο οίκος του θεού’, ψέλλισα με τρόμο, ‘εδώ μέσα καίγεται ο ίδιος ο θεός’.
Έσφιξα την Ιωάννα στην αγκαλιά μου, τη φίλησα κι έτρεξα να μπώ μέσα, ν αφουγκραστώ το μεγάλο μυστικό. Σε κλάσματα δευτερολέπτου στράφηκα πίσω, άρπαξα την Ιωάννα απ το χέρι και όρμησα μες στις φλόγες. Το είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου. Δε θα τη ξανάφηνα ποτέ πίσω. Ανεβαίναμε επί ώρες τη μισο-γκρεμισμένη σκάλα, κι όποιο σκαλοπάτι αφήναμε πίσω μας γκρεμιζόταν μετά από λίγο για να μας υπενθυμίσει ότι δεν υπάρχει επιστροφή. Κι εκεί, ξάφνου, μέσα από ένα βαθούλωμα άκουσα μια φωνή…
‘Ραφαήλ αδελφέ μου’
Κοίταξα γύρω μου. Δεν υπήρχε τίποτα. Κι όμως, ήταν ο αγαπημένος μου αδελφός. Αυτός που όλοι μάθαμε ότι έκανε το μεγάλο παράπτωμα και μετά είχαμε καταδικαστεί να μην τον ξαναδούμε ποτέ πια.
‘Εωσφόρε, φως του ουρανού, επιτέλους σε ξανακούω. Πού είσαι; Σε έχουμε επιθυμήσει όλοι όσο ποτέ… Πού είσαι αδελφέ μου; ’
Είχα ριγήσει. Το ωραιότερο πλάσμα του δημιουργού ήταν λοιπόν φυλακισμένο εδώ…
‘Ραφαήλ, η καταδίκη μου είναι μεγάλη. Δεν έχω πια πρόσωπο, δεν έχω σώμα, έγινα πνεύμα, έγινα αέρας, έγινα κενό, είμαι πια ο βασιλιάς των πνευμάτων. Φύγετε γρήγορα εσύ κι η αγαπημένη σου. Φύγετε γρήγορα προς τα πάνω.’
Αυτή η κραυγή έγινε μέσα μου η πιο μεγάλη προτροπή που είχα νιώσει ποτέ στη ζωή μου, μια ζωή απέραντη, που δεν θυμάμαι αν ξεκίνησε ποτέ. Κρατώντας απ το χέρι την αγαπημένη μου, τρέχαμε με μανία να προλάβουμε την αόρατη επίθεση του πνεύματος πάνω στις μορφές μας.
Κι επιτέλους βρήκαμε το άνοιγμα. Κι επιτέλους ο άπειρος ουρανός μας αγκάλιασε, ένας ουρανός γεμάτος αστέρια, ένας ουρανός γεμάτος πύρινες μορφές. Κι επιτέλους θα είχα για πάντα στην αγκαλιά μου την αγαπημένη μου, με το γλυκό ακτινοβόλο της πρόσωπο, να αντέχει μες στην αιωνιότητα, τις απειλητικές ριπές των πνευμάτων…
Copyright by Markos-the-Gnostic
Sunday, October 15, 2006
Saturday, October 14, 2006
poem-14
νύχτες;
ΝΑΙ
θα τις έλεγα μάλιστα συνεχόμενες νύχτες…
και ο χρόνος;
πέθανε;
ΝΑΙ
δεν αναπνέει…
…
…
α, να, αρχίζει και πάλι να ζει,
μπαινοβγαίνει στις ψυχές,
τις τριγωνικές ψυχές
που κοιτάζουν προς τα πάνω…
εμφυσά άρωμα
σε όσα σώματα γεννήθηκαν από πέτρες
σε παραλίες που δεν υπάρχουν
και
σε όνειρα που δεν τα ονειρεύτηκε κανείς ακόμα…
Wednesday, October 11, 2006
Sunday, October 01, 2006
Κενό μνήμης
...Το άλλο πρωί τον βρήκαν ανάσκελα στη παραλία, δίπλα στο παλιό αλατωρυχείο. Ευτυχώς ανέπνεε κανονικά.
Μόλις άνοιξε τα μάτια του τρόμαξε απ τα δεκάδες πρόσωπα που τον είχαν περικυκλώσει με όψεις ανακούφισης, αλλά και οργής, και κυρίως απορίας, μιας μεγάλης απορίας για τους λόγους που τον είχαν οδηγήσει εκεί.
Του φώναζαν, τον ρωτούσαν επίμονα, κι όλ’ αυτά του φαίνονταν σαν ένας θόρυβος χωρίς νόημα.
‘Πού ήσουν;’ ‘Γιατί τόκανες αυτό;’ ‘Τόκανες για να μας πεθάνεις;’ ‘Πώς βρέθηκες στην άλλη άκρη της πόλης;’ ‘Τι προσπαθείς να αποδείξεις;’ ‘Είχες πάρει το Γιώργο και τούχες πει ότι πας προς τα κεί. Τι έγινε μετά;’ και πολλά άλλα ηχηρά παρόμοια.
Εκείνος, εξουθενωμένος και ζαλισμένος από τη συμπεριφορά τους, τους παρακάλεσε να τον αφήσουν μόνο.
Επιτέλους... Μια απέραντη ανακούφιση και ελευθερία τον διαπέρασε. Προσπάθησε να ανασυγκροτήσει τη μνήμη του. Ναι, αυτό το θυμόταν, πήγαινε προς το Γιώργο, αλλά μέχρι εκεί, μετά δε θυμόταν τίποτα.
Ένιωσε ένα τρομακτικό κοινό να ανοίγεται μπροστά του, ένα κενό έτοιμο να καταβροχθίσει οτιδήποτε του πρόσφεραν. Αυτό όμως δεν ήταν αναγκαστικά κακό. Απεναντίας. Οτιδήποτε θα μπορούσε να έχει συμβεί κατά τη διάρκεια αυτού του κενού. Και κανείς δε θα μπορούσε να το αμφισβητήσει, ούτε καν αυτός, κυρίως αυτός.
Καθώς πήγαινε προς το Γιώργο τον σταμάτησε μια κοπέλα. Είχε μακριά μαλλιά και φορούσε μια στενή μακριά φούστα που τόνιζε παρά κάλυπτε τη κίνηση των ποδιών της. Στο λαιμό της κρεμόταν ένα τυρκουάζ πεντάλφα. Και κάτι ακόμη, πολύ παράξενο, περπατούσε ξυπόλητη. Τα γυμνά της πόδια ακουμπούσαν ερωτικά τη γη. Την ήξερε κάπου. Ναι τα μάτια της κάτι του θύμιζαν. Τον ρώτησε για ένα δρόμο κι εκείνος τη πήγε πρόθυμα μέχρι εκεί. Ήταν λίγα μέτρα αλλά τελικά δεν ήταν. Ήταν πολλά χιλιόμετρα για κείνον, άραγε και για κείνη; Μόλις έφτασαν εκεί του χαμογέλασε και τον φίλησε για να τον ευχαριστήσει. Πέρασε απέναντι κι άρχισε ν ανεβαίνει τη λεωφόρο. Την ακολούθησε σαν υπνωτισμένος. Επιτάχυνε όλο και περισότερο το βήμα της. Προσπαθούσε να τη φτάσει αλλά δε μπορούσε, σα να είχε μπει εκείνη σε μια μυστική χρονική διάσταση, όπου στο τέλος χάθηκε στο βάθος του ορίζοντα.Στη προσπάθεια να τη φτάσει είχε απομακρυνθεί πάρα πολύ. Προχώρησε κι άλλο, τι άλλο να έκανε; Μετά από ώρες διέκρινε μια σειρά από βράχους. Μα βέβαια, ήταν η είσοδος στο παλιό αλατωρυχείο.Του φάνηκε απίστευτο που είχε φτάσει τόσο μακριά. Τα κύματα έβρεχαν τα πόδια του. Μπήκε μέσα. Για πρώτη φορά.
Ένα τεράστιο γλυπτό, δεκάδες σχηματισμοί από αλάτι και το φως της δύσης να φτιάχνει πάνω τους ιστορίες και χρώματα. Μια γυναικεία μορφή, απαλή σαν τυρκουάζ, ζωντάνεψε στα μάτια του. Έστρεψε το βλέμμα της πάνω του, κι εκείνος, σα νάταν αληθινή, την αγκάλιασε. Ένιωσε τη μυρωδιά και τη γεύση του αλατιού. Για μια στιγμή απογοητεύτηκε και δείλιασε, αλλά μέσα σε ένα δευτερόλεπτο, επανήλθε, την αγκάλιασε και τη φίλησε.
Σα να ήταν κάποιος μυστικός κώδικας αυτό το φιλί. Η γλυκειά γυναικεία μορφή άρχισε να θρυμματίζεται. Κι όχι μόνο αυτή. Ταυτόχρονα και το δικό του σώμα, σαν από αλάτι κι αυτό, έγινε σκόνη. Τώρα πια εκείνος δεν υπήρχε παρά μόνο μέσα της κι εκείνη δεν ανέπνεε παρά μόνο μέσα του.
Την άλλη μέρα ήρθαν και πάλι να τον αναζητήσουν. Όσο και να έψαξαν όμως δεν τον βρήκαν πουθενά. Είχε ξεγλιστρήσει μέσα από το μικρό του κενό, στο μεγάλο κενό, εκεί όπου τίποτα δε ξεχωρίζει γιατί όλα υπάρχουν.
Copyright by Markos-the-Gnostic
Thursday, September 28, 2006
illusion-2
Μόλις είχα ξυπνήσει. Άνοιξα την πόρτα για να αντικαταστήσω στα πνευμόνια μου την κλεισούρα του δωματίου με το μολυσμένο αέρα της πόλης. Η ατμόσφαιρα ήταν μουντή, φαιοκίτρινη (το νέφος ίσως;) Μια σειρά εργατών; υπαλλήλων του δήμου; οικοδόμων; Δεν ξέρω. Όλοι βαστούσαν σαν όπλο από ένα φτυάρι. Κι όλοι με πυτζάμες, ομοιόμορφες γαλάζιες πυτζάμες.
‘Καλά τρελάθηκαν;’ σκέφτηκα, ‘βιαζόντουσαν τόσο που δεν πρόλαβαν καν να ντυθούν;’
Μια άλλη λεπτομέρεια που με απασχόλησε ήταν ότι αυτή η πορεία των σκαφτιάδων δεν είχε όρια. Όπου και να κοίταζα είτε προς το σημείο της υποτιθέμενης κατεύθυνσής τους, είτε προς το σημείο της υποτιθέμενης εκκίνησής τους, στο βάθος και του ενός και του άλλου ορίζοντα δεν έβλεπες παρά ανθρώπους με φτυάρια.
Δεν έδωσα σημασία. Ξαναμπήκα στο σπίτι και δοκίμασα να βγω από τη πίσω πόρτα. Ήταν αδύνατο. Ξεκλειδώνοντας τη μια πόρτα, εμφανιζόταν μια δεύτερη, ξεκλειδώνοντας τη δεύτερη μια τρίτη, κι οι πόρτες δε τέλειωναν ποτέ.
Σκέφτηκα ν ανέβω στη ταράτσα, για λίγο καθαρό ή έστω καθαρότερο αέρα και για λίγο ανοιχτό ή έστω ανοιχτότερο ορίζοντα. Δυστυχώς εκεί πάνω είχε νύχτα. Μπορώ να πω ότι αυτή η ιδιόμορφη διαφοροποίηση ημέρας – νύχτας αν δε με ξάφνιασε, τουλάχιστον με ενόχλησε.
Κατέβηκα και πάλι στο δωμάτιό μου. Ένας κύριος με σμόκιν και φτερά αγγέλου μου ζήτησε να τον ακολουθήσω, προχώρησε προς την άκρη της τραπεζαρίας, άνοιξε μια καταπακτή δίπλα στο τζάκι και μου ψιθύρισε: ‘Από δω, από δω, από τον δρόμο των ερωτευμένων’.
Κατέβαινα επί μια ώρα μια σπειροειδή σκάλα. Προς το τέλος άρχισε να αχνοφαίνεται μια αχανής πεδιάδα μέσα σε ένα λεπτό αδιόρατο φως από τιρκουάζ, που έμοιαζε να ακτινοβολεί από μέσα, από το ίδιο το έδαφος. Άρχισα να προχωρώ με λαχτάρα προς μια απροσδιόριστη κατεύθυνση.
‘Τι με κινεί;’ σκέφτηκα, ‘και θέλω τόσο πολύ να φτάσω εκεί;’
Η πεδιάδα ήταν ξερή, άνυδρη, σκέτη έρημος και απλωνόταν μέχρι την άκρη του ορίζοντα. Και ξαφνικά διακρίνω μπροστά μου, στη μέση του πουθενά, ένα τριαντάφυλλο. Έσκυψα, το φίλησα, κι αυτό άρχισε να μεγαλώνει, να μεγαλώνει, να μεγαλώνει χωρίς σταματημό. Και χωρίς να το καταλάβω γλίστρισα μέσα του και προσπαθούσα να ισορροπήσω ανάμεσα στα τεράστια κατακόκκινα πέταλα. Σε μια στιγμή έχασα την ισορροπία μου και μια μεθυστική μυρωδιά εισέβαλε στα πνευμόνια μου, τόσο μεθυστική που στο τέλος έγινε ανυπόφορη σα δηλητήριο. Έπρεπε να ξεφύγω πάση θυσία, αλλιώς θα πνιγόμουν…
Είδα πάλι δίπλα μου τον κύριο με το σμόκιν. ‘Μέσα, μέσα’, μου ψιθύρισε. Και πράγματι ανάμεσα στα τεράστια πέταλα ξεχώρισα τη σκοτεινή σήραγγα του μίσχου του. Αφέθηκα στη σκοτεινή αγκαλιά σαν μικρό παιδί. Έπεφτα επί ώρα μες στο απόλυτο σκοτάδι, μέχρι που η πίεση από τα τοιχώματα του μίσχου έγινε σχεδόν ανεπαίσθητη κι εγώ βρέθηκα στο κενό, όχι ακριβώς στο κενό, σε ένα διαστρικό κενό, καθώς μυριάδες αστέρια με παρατηρούσαν από παντού.
Είχα χάσει κάθε αίσθηση προσανατολισμού και βαρύτητας. Ένα απ τα αστέρια, το φωτεινότερο όλων, τουλάχιστον στη δική μου όραση, με υποδέχτηκε. Δεν έπεσα απότομα, δεν έπεσα καν, αυτό έπεσε πάνω μου, αλλά με την απαλότητα ενός μπαμπακιού. Ο κύριος με το σμόκιν, όρθιος και πάλι δίπλα μου, μου ψιθύρισε, ‘λάθος αστέρι κύριε, το δικό σας είναι το πάνω αριστερά’. Μου φάνηκε πολύ αστείος αυτός ο προσδιορισμός, τόσο το πάνω όσο και το αριστερά, γιατί το αστέρι μου είχε το μέγεθος μιας οβίδας κανονιού, ίσα-ίσα που με χωρούσε, οπότε το πάνω μπορούσε να είναι οπουδήποτε, όπως και το αριστερά.
Η προηγούμενη παρομοίωσή μου για το μέγεθος του αστεριού αποδείχτηκε ότι δεν περιείχε την παραμικρή αλληγορική διάσταση. Ήμουν όντως πάνω σε μια εκρηκτική ύλη, η οποία έσκασε με ένα τεράστιο κρότο, διαλυόμενη μαζί με εμένα [και τον κύριο με το σμόκιν;] σε μυριάδες σωματίδια.
Πού ανήκα πια; Ίσως σε όλα. Ένα όμως απ όλ’ αυτά μ ενδιέφερε, καθώς έπεσε πάνω σου, πάνω στο στήθος σου. Η μυρωδιά σου με συνέφερε. Απόκτησα πάλι το σώμα μου, ακούμπησα πάνω του τα συναισθήματα και τις σκέψεις μου και όρμησα με μανία να σε απολαύσω.
Σε περίμενα επί τόσο καιρό, το ξέρεις…
Κι ενώ, εγώ, ένας κόκκος απ τους μυριάδες κόκκους μου, αγωνιζόμουν να ανασυστήσω τη χαμένη μνήμη μου, εσύ με έπαιρνες βαθιά μέσα σου, εξαλείφοντας και τα τελευταία της ίχνη που μου είχαν απομείνει.
Χάθηκα για πάντα μες στην ευδαιμονία. Όσο για τους υπόλοιπους κόκκους δεν γνωρίζω, δεν ανήκουν πια στην αρμοδιότητά μου...
Copyright by Markos-the-Gnostic
Friday, September 22, 2006
Και ολίγη κβαντική...
Το πείραμα των δύο οπών, είναι ένα πείραμα κατά το οποίο ένα φυσικό εμπόδιο με δυο οπές βομβαρδίζεται από ηλεκτρόνια, κάποια από τα οποία ανακλώνται από το υλικό και κάποια διέρχονται από τις οπές και δηλώνουν την παρουσία τους σε μια οθόνη αποτύπωσης τοποθετημένη από πίσω. Αν στο πείραμα περιλαμβάνεται και η ανίχνευση / καταγραφή της οπής μέσα από την οποία περνά το κάθε ηλεκτρόνιο που τελικά διέρχεται και καταλήγει στην πίσω οθόνη, τότε το κάθε ηλεκτρόνιο συμπεριφέρεται ως ένα απειροελάχιστο σωματίδιο (κάτι σαν σφαιρίδιο). Κι αυτό γιατί παρατηρείται στην οθόνη ανίχνευσης ένα ηλεκτρικό πεδίο συγκεντρωμένο πίσω από την κάθε οπή, το οποίο ισούται με το άθροισμα όλων των πεδίων που αντιστοιχούν σ εκείνα τα ηλεκτρόνια που σαν μικρά σφαιρίδια πέρασαν από τη μία ή την άλλη συγκεκριμένη οπή. Με λίγα λόγια τα ηλεκτρόνια τότε συμπεριφέρονται ως σωματίδια, έχουν δηλαδή τη μάζα τους συγκεντρωμένη σε μια μικρή αλλά συγκεκριμένη περιοχή, όπως κάθε αξιοπρεπές σώμα. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο αν στο πείραμα δεν ανιχνεύεται / καταγράφεται η οπή μέσα από την οποία περνά το κάθε ηλεκτρόνιο. Τότε αντιθέτως το κάθε ηλεκτρόνιο συμπεριφέρεται σαν κύμα. Κι αυτό γιατί παρατηρείται στην οθόνη ανίχνευσης μια κατανομή ηλεκτρικού πεδίου ίδια με αυτή της συμβολής δύο κυμάτων, διερχομένων ταυτόχρονα και από τις δύο οπές. Κάθε ένα δηλαδή από τα ηλεκτρόνια είναι τότε ένα κύμα που παραθλάται (διαμερίζεται) σε δυο κύματα, το ένα από τα οποία περνά από τη μια οπή και το άλλο από την άλλη, και στο τέλος καταλήγουν σε συμβολή.
Το ένα λοιπόν και μοναδικό ηλεκτρόνιο αν μεν "υποχρεωθεί" από τον παρατηρητή, μέσω της διαδικασίας ανίχνευσης και καταγραφής, τότε "είναι" σωματίδιο, αλλιώς "είναι" κύμα. Και μάλιστα στην προσπάθεια να το "ξεγελάσει" κανείς, ανιχνεύοντας την οπή διόδου μετά από την διαδικασία της διέλευσης, μέσω μιας φωτογραφικής πλάκας αποτύπωσης του πεδίου ή ενός συστήματος αποκλίνοντα και συγκλίνοντα φακού εκ των υστέρων μαρτυρίας της αρχικής κατεύθυνσης, η πράξη αυτή της "καθυστερημένης παρατήρησης" του παρατηρητή διαμορφώνει το παρελθόν, το αν δηλαδή το ηλεκτρόνιο πέρασε από τη μια οπή ως σωματίδιο ή και από τις δυο ταυτόχρονα ως κύμα. Αυτή η διαμόρφωση του παρελθόντος των μικροσκοπικών φυσικών οντοτήτων μέσω μεταγενέστερων πράξεων του παρατηρητή θα μπορούσε να οδηγήσει τη φαντασία μας σε μια μακροσκοπική γενίκευση, όπου η εμφάνιση του ανθρώπου στο σύμπαν, ως παρατηρητή, διαμορφώνει σιγά-σιγά μες στους αιώνες μέσω απλών παρατηρήσεων ή συνθετότερων πειραματικών ερευνών την ίδια την ιστορία του σύμπαντος ως πίσω στη Μεγάλη Έκρηξη, όπως υποστηρίζουν κάποιοι κβαντικοί φυσικοί - φιλόσοφοι.
Μήπως γενικότερα η πεποίθηση του παρατηρητή παίζει εξέχοντα ρόλο ακόμη και στα μακροσκοπικά παρατηρούμενα, εφόσον τόσο η κβαντική θεωρία όσο και ο δεύτερος νόμος της θερμοδυναμικής εισάγουν σε όλα τα φυσικά φαινόμενα την έννοια της πιθανότητας και επομένως όλα τα γεγονότα που παρατηρούμε να επαναλαμβάνονται συνεχώς με ένα συγκεκριμένο τρόπο δεν είναι απολύτως βέβαια, αλλά απλώς πολύ πιθανά; Για παράδειγμα, η ελεύθερη πτώση των σωμάτων, η μετακίνηση των σωμάτων μέσω των γνωστών δυναμικών αλληλεπιδράσεων είτε εξ επαφής είτε εξ αποστάσεως (βαρυτικά ή ηλεκτρομαγνητικά), συμβαίνοντας μόνιμα και απαρέγκλιτα, οδήγησαν στη διατύπωση των
γνωστών νόμων της παγκόσμιας έλξης (βαρυτικού πεδίου) και της ηλεκτρομαγνητικής επίδρασης (Η/Μ πεδίου). Μήπως όμως η στάση των πρώτων ανθρώπων - παρατηρητών διαμόρφωσε μια πρώτη αντίληψη περί των διαφόρων συμβάντων, η οποία αντίληψη πήρε μετά στο νου των πρώτων φυσικών φιλόσοφων (Θαλή, Ηράκλειτου κλπ) και πιο αυστηρά στη συνέχεια στο νου του Γαλιλαίου, του Νεύτωνα και του Einstein τη μορφή αυθύπαρκτων απαρέγκλιτων φυσικών νόμων; Και μήπως αυτοί οι υποτιθέμενοι νόμοι δεν είναι παρά νοητικές μας απόπειρες για την ερμηνεία ενός κόσμου, απείρως πιο παράξενου, που επιτρέπει τα πάντα, ακόμη και τα θαύματα;
Thursday, September 21, 2006
Η έσθισις (εκ του εσθίειν)
Η πόλη περιτριγυρισμένη από τεράστιες γκαρνταρόμπες.
Ο Βύρωνας (αν και μη λόρδος) με αριστοκρατική φινέτσα αποσαφηνίζει.
Κι ενώ προπορεύεται προς τη δύση θέτει αινιγματικά ερωτήματα:
1. Θα υπάρχω μετά τον θάνατον του Αλκουίνου;
(ο Αλκουίνος εκτός από τον μεγάλο αναμορφωτή της αυλής του Καρολομάγνου είναι και τίτλος τιμής των πιθήκων των εφετείων της Νέας Ζηλανδίας)
2. Ποία είναι η συνέπεια της εσθίσεως αντζουγιών κατά την νηστείαν της εορτής του Αγίου Νέρωνος;
3. Ο Βικέντιος, διάσημος παλαιστής του Lucha libre, έχει ποτέ ερυθρήσει;
4. Τα μέλη μου έχουν και αυτά ψυχήν και που τερματίζεται αυτή η ψυχοδιαίρεσις;
5. Μήπως η σεξουαλική πράξις προ της δύσεως του ηλίου προκαλεί οδοντόπτωσιν;
6. Μήπως η αρσενοκητία (στάσις προσευχής κατά την οποίαν άρρενα κήτη υποδέχονται την ανατολήν του ηλίου) είναι το προστάδιον της αρσενοκοιτίας;
7. Η κατανάλωσις του περιβάλλοντος αέρος αποτελεί αμάρτημα ή δικαίωμα;
8. Επιτρέπεται νυχθημερόν ή τουλάχιστον ημερονυχθόν να παραπέμπω;
9. Εάν εγώ είμαι μέρος του Σύμπαντος, το Σύμπαν τίνος μέρος είναι;
10. Έχω τυχόν μακαρίσει τινά προ του τέλους;
Κανείς δεν μπορεί να μου απαντήσει.
Είμαι μόνος στη πόλη…
Thursday, September 14, 2006
Poem-5
το σύννεφο μια ανάσα
η ανάσα ένα ταξίδι
το ταξίδι ένα δάκρυ
και το δάκρυ ένα κορίτσι
Friday, September 08, 2006
Ασφάλειες "ΚΡΟΝΟΣ" (ένα κείμενο μου απ' τα παλιά)
Περπατούσε πολύ βιαστικά, προσπερνώντας συνήθως τους μπροστινούς διαβάτες, αλλά προς μεγάλη του έκπληξη τον πέρασε με ταχύτητα ένα ζευγάρι, αφήνοντας στ' αυτιά του κάποιες κουβέντες, πολύ μπερδεμένες. Δεν πρέπει να άκουσε καλά. Η πρώτη φράση ήταν "Αυτοί είναι οι στόχοι μου". Για τη φράση αυτή ήταν απόλυτα βέβαιος. Και μετά άκουσε "Ήρθε επιτέλους η ώρα για την ενδελέχεια μου". Η τελευταία λέξη ήταν πολύ ασαφής. Είπε "ενδελέχεια", δηλαδή αδιάπτωτη διάρκεια; Είπε "εντελέχεια"; δηλαδή τον αριστοτελικό όρο για τη μετάβαση από το εν δυνάμει ον στο εν ενεργεία ον, από την ύλη στη μορφή, τον όρο που σήμαινε την τελείωση μιας μορφής, το πέρασμα από την αρχική της δυνατότητα στο τέλος της, στον σκοπό της; Είπε "ανέχεια"; Είπε "απέχθεια";
Δεν έδειχνε και τόσο φτωχός για να είπε ανέχεια, ούτε όμως και τόσο αηδιασμένος ή θυμωμένος για να είπε απέχθεια. Απ' την άλλη όμως δεν είχε και τόσο "intellectuelle profile" για να χρησιμοποιούσε τόσο ακριβείς και ασυνήθιστους όρους, όπως "ενδελέχεια" ή "εντελέχεια".
Κι ενώ σκεφτόταν αυτά, μια γιγαντοαφίσα τράβηξε την προσοχή του. Ήταν μια γυναίκα ολόγυμνη, όρθια αλλά με λυγισμένα τα πόδια που μας κοίταζε (εμάς τους διαβάτες) κλαίγοντας. Το νεανικό της σώμα, ιδίως τα σφριγηλά της στήθη, δεν συμμετείχαν στη θλίψη της, αλλά αντίθετα έδιναν την εντύπωση μιας παρωδίας. Καθώς έκλαιγε, χύνονταν τα δάκρυα της σ' ένα ποτήρι πολύ παράξενο, που το κάτω μέρος του έμοιαζε με αλχημικό σιφόνι, στο οποίο κατακρημνίζονταν τα περιττά ιζήματα. Επρόκειτο για μια διαφήμιση για τα ποτήρια αυτόματου καθαρισμού νερού "ΥΔΑΡΑΓΝΕΣ". Δεν άργησε όμως να πάρει μες στη φαντασία του την προέκταση μιας ολοκληρωμένης αλχημικής εγκατάστασης, με σιφώνια, φίλτρα, σωλήνες, υδρίες, σκόνες, φυσούνια και πυρές διαφόρων μεγεθών και εντάσεων με μοναδικό σκοπό όχι απαραίτητα το χρυσάφι, αλλά σαφώς το τέλειο. Και η πορεία αυτή προς το τέλειο, η εντελέχεια αυτού του αλχημικού εργαστηρίου αρθρώθηκε μέσα του με τη μορφή μιας γυναίκας, της γυναίκας της αφίσας. Τα στήθη της αντιπροσώπευαν την αναρρίχηση της ζωής, και η σχισμή της, όμοια στη φαντασία του με την σχισμάδα του σιφωνίου, σήμαινε την καταβύθιση στο αρχέγονο είναι, όπου οι διακρίσεις έχαναν το νόημα τους.
Χωρίς να το καταλάβει είχε φτάσει μπροστά στην κρυστάλλινη πόρτα των "ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ-ΚΡΟΝΟΣ". Έκανε να την ανοίξει, αλλά η κίνηση του δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί. Ποιοι ήταν όλοι αυτοί εκεί μέσα;
Έβλεπε μες απ' το κρύσταλλο άλλους να παίζουν χαρτιά, άλλους να φρουρούν κάστρα, άλλους να φιλούν στο στόμα κάκτους, άλλους να σπάνε καρύδια, άλλους να αγωνίζονται να επαναφέρουν τον κεκλιμένο πύργο της Πίζας, άλλους να χτυπάνε ντέφια δίνοντας ρυθμό σε δυο μαύρες αρκούδες, άλλους να καταρρέουν από τα γέλια, άλλους να μαστιγώνονται και να τραβάνε τα μαλλιά τους, άλλους να διστάζουν, άλλους να ρουθουνίζουν, άλλους να βγάζουν τους κάλλους τους, άλλους να πετάνε υποβασταζόμενοι από αγγέλους, άλλους να ζητούν ελεημοσύνη, άλλους να στοχάζονται, άλλους να καθαρίζουν πατάτες, άλλους να παίζουν με βόλους, άλλους να εγχειρίζουν έναν πληγωμένο σκύλο, άλλους να ψάλλουν, άλλους να γαργαλάνε μία καρέκλα, άλλους να παρελαύνουν, άλλους να φωτίζουν με φακούς τη φλόγα στο τζάκι, άλλους να ποτίζουν μία βαλίτσα μέσα σε μια γλάστρα, άλλους να βάφουν με ροδόνερο τα νύχια τους, άλλους να ξυρίζονται, άλλους να φωνάζουν "Βοανεργές", άλλους να διακηρύσσουν την πίστη τους στον βασιλέα, άλλους να διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους, άλλους να απαγγέλλουν την άρια του Δημοφάνους, άλλους να χτενίζονται, άλλους να διαβλέπουν, άλλους να πεινάνε, άλλους να τρώνε, άλλους να πυροβατούν (με τα παπούτσια βέβαια), άλλους να αναρωτιόνται, άλλους να συζητούν για την πολυεπίπεδη λογική του Διόδωρου του Κρόνου, άλλους να βρίθουν από οργή, άλλους να τινάζονται από πόνο ή και από ηδονή, άλλους να υπονοούν, άλλους να ξεβουλώνουν μια μπανιέρα, άλλους να μαθαίνουν σανσκριτικά, άλλους να χαμογελούν, άλλους να διυλίζουν μια μέλισσα, άλλους να καταπίνουν έναν ορνιθόρρυγχο, άλλους να σιγοτραγουδούν στη γλώσσα των φελάχων, άλλους να θυσιάζουν προς τιμήν του Άνουβι, άλλους να γνέφουν, άλλους να γνέθουν, άλλους να δοκιμάζουν "ακανθώδη κίναμμον" φτιαγμένο γιαχνί, άλλους να γαλουχούν, άλλους να τραβάνε το τομάρι ενός κουνουπιού, άλλους να απαγγέλλουν Blake, άλλους να ζυγίζονται, άλλους να ισχυρίζονται, άλλους να κατηγοριοποιούν τα πτηνά ανάλογα με τα ράμφη τους, άλλους να βήχουν, άλλους να διαλογίζονται, άλλους να λύνουν τον γόρδιο δεσμό, άλλους να διαλέγουν, άλλους να φτιάχνουν χόρτα, άλλους να διαποτίζουν το είναι τους με απαντοχή, άλλους να ερωτοτροπούν, άλλους να ορειβατούν, άλλους να κεραμουργούν, άλλους να υιοθετούν την άποψη του Άριου περί της φύσεως του θείου Λόγου ως κτίσματος, άλλους να ραδιουργούν, άλλους να ξεσκονίζουν τον πολυέλαιο της Notre Dame, άλλους να πεθαίνουν, άλλους να διακοσμούν, άλλους να τρώνε τσίχλα, άλλους να καθαρίζουν τα τζάμια, άλλους να περιφρονούν, άλλους να αρραβωνιάζονται με ανέμους, άλλους να ιχνηλατούν, άλλους να αντιστέκονται, άλλους να μαγνητίζουν ρινίσματα ξύλου, άλλους να αλείφονται με τη σκόνη των ευγενών ορέων, άλλους να παραμένουν, άλλους να καπνίζουν, άλλους να αναμοχλεύουν τα πάθη τους, άλλους να παριστάνουν, άλλους να ανασταίνουν ασβούς, άλλους να τυμβωρυχούν, άλλους να συμμετέχουν σε φιλανθρωπικά σωματεία, άλλους να είναι και άλλους να χ ρ ο ν ο τριβούν.
Όλα τα άντεξε, αλλά αυτό όχι. Δεν μπορούσε να βλέπει ανθρώπους να αφήνουν το χρόνο τους να κυλάει άσκοπα. Αυτό ήταν γι' αυτόν έγκλημα. Μπήκε μέσα, κατευθύνθηκε προς τον χ ρ ο ν ο τριβούντα, και του είπε με ύφος σοβαρό άμα και φθονερό.
"Δεν έχεις το δικαίωμα. Ο χ ρ ό ν ο ς δεν σου ανήκει".
Copyright by Markos-the-Gnostic
Monday, September 04, 2006
Η άλωση του Μοντσεγκύρ
Ο υποτιθέμενος σκοπός των Σταυροφόρων παρέμενε ο ίδιος. Η ανακατάληψη της Άγιας Πόλης… Το όνειρο της Χριστιανικής Ιερουσαλήμ κράτησε για ένα περίπου αιώνα και ο Γκοντεφρουά θα παρέμενε στην ιστορία της ως ο μοναδικός ηγέτης Σταυροφορίας, της πρώτης, που διατηρούσε ακόμη κάποια ιδανικά, μη αποδεχόμενος να στεφθεί βασιλιάς αλλά απλά υπερασπιστής των Αγίων Τόπων. Από τότε είχαν οργανωθεί άλλες τέσσερις ακόμη εκστρατείες του Σταυρού, απ τις οποίες μόνο η τρίτη είχε να επιδείξει κάποια επιτυχία, την επικράτηση του Ριχάρδου κατά του Σαλαντίν και την ανακατάληψη της Άκρας.
Στην πέμπτη Σταυροφορία οι Αγιουβίδες άδειασαν και παρέδωσαν την πόλη, χωρίς όρεξη ούτε να πολεμήσουν, αλλά ούτε και να κάνουν κάποια συνθήκη. Και στην Αίγυπτο οι προσπάθειες συνδιαλλαγής με τον αρχηγό των Μαμελούκων, με τη συνδρομή ακόμη και του Φραγκίσκου της Ασίζης, δεν κατέληξαν στο πολυπόθητο αποτέλεσμα.
Και τώρα ο Φρειδερίκος, στα χνάρια του ένδοξου συνονόματου του, του Μπαρμπαρόσσα, ξεκινούσε το γνωστό πια εγχείρημα, μες απ τους γνωστούς θαλάσσιους δρόμους, με προορισμό τα γνωστά λιμάνια, όπου ήλπιζε να μη συμβεί ο γνωστός αποδεκατισμός τους από τους «απίστους».
Ο Κάρολος – Λουδοβίκος από τη Ραβέννα, γόνος μιας παλιάς Λομβαρδικής οικογένειας του Μιλάνου, που είχε τις ρίζες της στη Λωραίνη από τη μια και τη Καρινθία από την άλλη, ακολουθούσε το λεφούσι για λόγους καθαρά προσωπικούς, οι οποίοι κρύβονταν επιμελώς κάτω από τα οικόσημα των πορτοκαλί κρίνων που έστεφαν το μαύρο λιοντάρι.
Αποβιβάστηκε στην Άκρα τις πρώτες μέρες του Δεκέμβρη. Η περιοχή κρατούσε ακόμη τη γλύκα του φθινοπώρου, σε αντίθεση με τις μανιασμένες χιονοθύελλες της πατρίδας του. Ο Κάρολος ο μικρός, όπως τον αποκαλούσαν αστεϊζόμενοι, συγκρίνοντας τον με τον συνονόματό του Καρολομάγνο, έδωσε κάποιες σύντομες εντολές στο σώμα των ιπποτών του, και αναχώρησε με βιασύνη. Η μεγάλη επίθεση άλλωστε, αν γινόταν ποτέ, θα αργούσε πολύ και δε θα συνέβαινε πριν την άνοιξη. Μέχρι τότε οι Σταυροφόροι θα προετοιμάζονταν πυρετωδώς μες στη χλιδή του παλατιού και των περιχώρων της Άκρας, μεθώντας, λοιδορώντας, ασελγώντας τις νύχτες και τεμπελιάζοντας τις μέρες.
Ο Κάρολος, όμως, αν και μικρός, είχε άλλα σχέδια και δεν τον συγκινούσε στο παραμικρό αυτό το άχρηστο ξόδεμα ενέργειας. Παράτησε στον κοιτώνα του, στο παλάτι, την πανοπλία του, φόρεσε τη φτωχική ενδυμασία του προσκυνητή και ξεκίνησε μόνος του προς τα ενδότερα. Συνάντησε πολλούς ανθρώπους στα χωριά και τις πόλεις, και ήταν φανερό ότι είχε ξαναπεράσει από εκεί, καθώς όλοι του φέρονταν σα να ‘ταν δικός τους άνθρωπος.
Τις πρώτες μέρες του Μάρτη έφτασε στη Ναζαρέτ. Τα νέα ήταν καλά. Ο Φρειδερίκος είχε καταφέρει τον Αλ-Καμίλ. Χωρίς να χυθεί καθόλου αίμα, η Ιερουσαλήμ αλλά και όλη η Παλαιστίνη, συμπεριλαμβανομένης της Ναζαρέτ και της Τιβεριάδας, είχαν δοθεί για δέκα χρόνια, μέχρι το 1239, και πάλι στους Ιππότες του Σταυρού. Η Ιερουσαλήμ γέμισε και πάλι από θόρυβο, φωνές και βλαστήμιες, αλλά στα βόρεια, στη Ναζαρέτ τα πράγματα ήταν πιο ήρεμα, πιο ειρηνικά. Εκεί τον περίμενε μια Παλαιστίνια, η Ροάβ, γνωστή του από παλιά. Τον οδήγησε σπίτι της, τον φίλεψε, του ετοίμασε νερό για να κάνει ένα ζεστό μπάνιο και μετά του πρόσφερε το ανατολικό δώμα, για να ξεκουραστεί από τις έννοιες και τα βάρη της εκστρατείας.
Το πρωί ήταν έτοιμος για τη μεγάλη συνάντηση. Όλη η περιοχή γύρω από τη Τιβεριάδα ευώδιαζε. Η αύρα του νερού ανακατεμένη με τη μυρωδιά απ τις βυθισμένες ρίζες και τα μουλιασμένα κλαδιά, του μετέφερε μια γλυκιά νάρκωση. Μια σπηλιά άρχισε να διακρίνεται στο βάθος. Κι εκεί, στην είσοδό της, ένας χείμαρρος από μακριά κατακόκκινα μαλλιά ανάμεσα σε δυο γυμνά πόδια χωμένα στην άμμο. Η Ροάβ τον αποχαιρέτησε και πήρε τον δρόμο του γυρισμού.
Εκείνος κατευθύνθηκε προς τη σπηλιά. Η γυναίκα τον κοίταξε στα μάτια κι άρχισε να πετά βότσαλα σ’ ένα βραχάκι στην όχθη της λίμνης.
Ο ήχος της πέτρας πάνω στην πέτρα με δόνησε σαν να αντήχησε μια καμπάνα μέσα στ’ αυτιά μου. Λιποθύμησα; Πέθανα; Ζούσα;
Όλα εκτυλίσσονταν μέσα σ’ ένα απαλό κόκκινο φως. Ήμουν μέσα της, βαθειά μέσα της. Δεν χόρταινα να ρουφάω τα στήθη της, σαν να γευόμουν όλο τον κόσμο. Οι ρόγες της ήταν όλοι οι καρποί της Γης κι η σχισμή της μια χαράδρα που δε τέλειωνε πουθενά. Εισχωρούσα μέσα της όλο και πιο βαθειά και την ίδια στιγμή εκσφενδονιζόμουν με αβάσταχτη ταχύτητα σ’ ένα βάραθρο, που δεν ήθελα να σταματήσει ποτέ.
Δεν θυμάμαι τίποτε άλλο…
Το άλλο πρωί ξύπνησα στο δώμα της Ροάβ. Ήταν πολύ χαρούμενη. Περίμενε επί ώρες ν΄ ανοίξω τα μάτια μου. Με φίλησε και μου ‘φερε να πιω ένα παχύ κάτασπρο γάλα.
- Είμαι πολύ χαρούμενη που σε δέχτηκε. Κι εσύ μη λησμονήσεις ποτέ πως είσαι από τους λίγους που ενώθηκαν με τη Νύμφη του Κυρίου. Είσαι πλέον ένας από τους μυστικούς του αδελφούς, εκείνους που αλλάζουν τον κόσμο και παίρνουν σαν αντίδωρο το θάνατο.
Είχε απόλυτο δίκιο. Χάρη στο βίωμα αυτό άντεξα τον τρομακτικό πόνο. Ήταν Μάρτης στο Μοντσεγκύρ. Μετά από εννιά μήνες ασφυκτική πολιορκία, δεν βαστάξαμε άλλο πια. Οι στρατιώτες του Λουδοβίκου, που αποκαλέσατε αργότερα Άγιο, μπήκαν λυσσασμένα στο φρούριο για σάρκα και αίμα. Ο λεγάτος του Πάπα παρακολουθούσε συγκινημένος την εκτέλεση της «θείας» του αποστολής. Μέσα σε λίγη ώρα μας είχαν δέσει σε πασάλους, κι άρχισαν ν’ αραδιάζουν μπροστά στα πόδια μας φρεσκοκομμένα ξύλα και φρύγανα για μας που μας αποκαλούσαν καθαρούς. Τι ειρωνία! Τουλάχιστον δεν παραποίησαν το όνομα μας.
Καθώς οι φλόγες με έγλυφαν, εγώ βυθιζόμουν στην απύθμενη χαράδρα της Νύμφης του Κυρίου μου…
Copyright by Markos-the-Gnostic
Tuesday, August 29, 2006
Το βασίλειο των νεφών
Τι αφέλεια!!! Είπαν όλοι μετά την καταγραφή και ερμηνεία των μετεωρολογικών φαινομένων. Κι έτσι ο Θεός μετατοπίστηκε στα βάθη των ουρανών, πέραν των νεφών, πέραν της οπτικής ικανότητος των ανθρωπίνων οφθαλμών αλλά και των τελειότερων τηλεσκοπίων.
Κι όμως τι ειρωνία!!! Ο Θεός βρισκόταν και βρίσκεται και θα βρίσκεται αιώνια κυριολεκτικά εν μέσω των νεφών, για την ακρίβεια είναι η πεμπτουσία των νεφών, ο μορφοποιητικός παράγων του σχηματισμού τους από μικροσκοπικούς κρυστάλλους υδρατμών σε αλληλο-συνδεόμενες αλύσους που ακολουθούν αυστηρά χαοτικά φρακταλικά πρότυπα, καθώς και ο κινητικός παράγων που καθορίζει τις συστροφές και τις κατευθύνσεις των κινήσεων τους. Η χαοτική επανάληψη του βασικού μοτίβου δημιουργεί την απειρία των μορφών μέσα από μια ευλιγισία προδιαθέσεων.
Ο νεφεληγερέτης Ζευς όχι μόνο κινεί τα νέφη αλλά είναι ο ίδιος αυτός τα νέφη, οι κρύσταλλοι, το ύδωρ και τα μορφοπλάσματά του.
Μες απ τις κινήσεις των νεφών υποδηλωνόταν ο χρόνος και γι αυτό παλιότερα ο Ζευς αποκαλείτο Κρόνος. Η απεραντοσύνη των νεφών ταυτιζόταν με την απαραντοσύνη του ουρανού και για αυτό παλιότερα ο Κρόνος αποκαλείτο Ουρανός. Και το νυχτερινό βάθος του Ουρανού με τα άπειρα αστέρια αποκάλυπτε τους άπειρους σπερματικούς λόγους, και για αυτό παλιότερα ο Ουρανός αποκαλείτο Νυξ. Η Νυξ έγινε Ουρανός, ο Κρόνος Ζευς και ο Ζευς Νέφη.
Η μόνη ουσιαστική, κυριολεκτική και μη ψευδαισθησιακή θρησκεία είναι η βροχοποιητική. Άλλωστε το δίδαξε και ο Κύριος «Πάτερ ημών ο εν τοις Ουρανοίς, ελθέτω η βασιλεία σου ως εν Ουρανώ και επί της Γης». Και όντως η βροχή γονιμοποιεί τη Γη κι η Γη μάς γεννά και μάς τρέφει δια παντός.
Copyright by Markos-the-Gnostic
Friday, August 25, 2006
Η Τζίνα, η Πόλυ κι η Μαρί δεκαεννιά ετών
Μόλις είχαν βγει απ την αίθουσα του σινεμά. Είχαν πάει στον Απόλλωνα και είδαν τους Εραστές του Μινέ.
Η Τζίνα, εκνευρισμένη, περίμενε αφορμή για καυγά. Η Πόλυ συγκινημένη αλλά και στεναχωρημένη απ την έκβαση της ταινίας. Η Μαρί, η μόνη χαρούμενη, γιατί σε λίγο θα συναντούσε τον αγαπημένο της.
Τζίνα: Παιδιά σας άρεσε;
Πόλυ: Πολύ συγκινητικό, πολύ ευαίσθητο, αλλά δε θα ΄θελα να ΄μαι στη θέση της.
Τζίνα: Μαλακίες.
Πόλυ: Δηλαδή;
Τζίνα: Ήταν όλο μια μαλακία. Γιατί δηλαδή όλοι οι μαλάκες να μη δεσμεύονται και ‘μεις να γαμιόμαστε στον έρωτα και τη στεναχώρια;
Πόλυ: Δε ξέρεις τι λες. Ποιος δε δεσμευόταν; ο Ζαν; που είχε ξεσκιστεί στη ζήλεια και τη προσκόλληση; Ο Ζαν που δεν την άφηνε ούτε στιγμή, κι όταν είδε το βλέμμα της πάνω στον Φιλίπ, γαμήθηκε στις μπύρες, μέχρι που ξέρναγε όλη νύχτα. Και μετά της είπε ότι κόντευε να χάσει τα λογικά του κι ότι αν την ξανάβλεπε να κοιτάζει άλλον, θα χανόταν από προσώπου γης.
Τζίνα: Ρε εσύ δεν είσαι καλά. Αυτός δεν πήγαινε με τη φίλη της την Ανν; Αυτός δεν έβγαινε κάθε Κυριακή με την άλλη φίλη της, τη Σουζάν; Κι εκείνη, η βλαμμένη να είναι τρελά ερωτευμένη μαζί του... Εντάξει δε λέω, ήταν και πολύ παιδί, οπότε αυτή η καημένη ήλπιζε ότι κάποια μέρα θα τέλειωνε με όλες τις άλλες για να ξαναγυρίσει κοντά της.
Πόλυ: Αχ, η ζήλεια του δεν τον άφηνε σε ησυχία. Της έκανε συνέχεια σκηνές για κοινούς φίλους που δήθεν εκείνη συνεχώς φλέρταρε, για δήθεν φιλιά, για δήθεν περιπτύξεις, για δήθεν αγκαλιές, που κατοικούσαν μόνο μες στο μυαλό του.
Τζίνα: Και να ‘ταν μόνο η Ανν και η Σουζάν… Η καημένη έπρεπε να υπομένει κι εκείνα τα βράδυα στο ‘Tonic Sardin’, τα ατέλειωτα βλέμματα που διασταυρώνονταν ανάμεσα στον Ζαν και τα κορίτσια των διπλανών τραπεζιών. Κι εκείνο το μαρτύριο της τουαλέτας, να τον ακολουθεί κάποια εντελώς τυχαία και μετά από πέντε λεπτά να βγαίνει αναμαλλιασμένη κι ο Ζαν ατάραχος να επανέρχεται στη θέση του, σαν να μην έχει συμβεί το παραμικρό…
Πόλυ: Κι όταν έκαναν έρωτα, εκείνη αφημένη στην αγκαλιά του να του χαρίζει απλόχερα ηδονή κι ο Ζαν, μετά από μια ανάπαυλα ευτυχίας, να γρινιάζει χωρίς σταματημό, για λόγια που δεν ειπώθηκαν ποτέ, για γεγονότα που δε συνέβησαν ποτέ…
Τζίνα: Και σαν να μην έφτανε αυτό. Την ίδια τη μέρα των γενεθλίων της, μεθυσμένος, πήρε μπροστά σ όλους απ το χέρι την Ανν, κλείστηκαν για μια ώρα στη κρεβατοκάμαρα και μετά ούτε γάτα ούτε ζημιά… Κι όσο σκέφτομαι ότι όλα αυτά τα υπομένει εκείνη από έρωτα, ναι έρωτα, αυτό που αυτοί οι γαμιόληδες δε θα νιώσουν ποτέ…
Από μακριά φάνηκε ο Ζαν. Η Μαρί έτρεξε με λατρεία στην αγκαλιά του. Δεν πέρασε ούτε ένα λεπτό και τα σύννεφα της ζήλειας έκαναν και πάλι την εμφάνισή τους στον ορίζοντα, ρωτώντας την επίμονα ποιον είδε στο σινεμά. Και την ίδια ώρα έκλεινε τη μάτι στη Τζίνα, θέλοντας να γεμίσει το αυριανό βράδυ, που δε θα ‘βγαινε με τη Μαρί.
Copyright by Markos-the-Gnostic
Saturday, August 19, 2006
Illusion-1
Ήμουν καθισμένος στη πολυθρόνα μου. Το δωμάτιο ήταν πολύ σκονισμένο. Ανοιγμένα βιβλία παντού. Μισοδιαβασμένα, αποτέλεσμα μιας έρευνας ανοιχτής και κοπιαστικής. Ένας σκύλος με καφέ φουντωτά αυτιά είχε κουρνιάσει στη διπλανή πολυθρόνα. Κάποιος δίπλα μου που ήμουν εγώ προσπαθούσε να προσδιορίσει μέσα του μια αδιόρατη προσμονή που διαχεόταν μες στο δωμάτιο.
Ήμουν καθισμένος στη πολυθρόνα μου. Το δωμάτιο έλαμπε από φως. Μια κοπέλα είχε πλαγιάσει νωχελικά στο διπλανό καναπέ. Με κοιτούσε στα μάτια περιπαιχτικά. Κάτω στο πάτωμα, γύρω απ το καναπέ, πεταμένα φουντούκια, άλλα σπασμένα, άλλα ολόκληρα, άλλα σκέτα τσόφλια. Μου χαμογέλασε εμφανώς, και τότε κάποιος που ήμουν εγώ της προσέφερε μια τεράστια μαργαρίτα. Εκείνη πήρε με ικανοποίηση τη μαργαρίτα στο χέρι της, και τότε φύτρωσε μες απ τη μαργαρίτα ένα ρολόι, ένα παλιό γερμανικό ξύλινο ρολόι, που οι δείκτες του ήταν στάχυα.
Ήμουν καθισμένος στη πολυθρόνα μου. Το δωμάτιο ήταν πελώριο, γεμάτο από βαριά έπιπλα, στυλ μπαρόκ. Τρία αγοράκια έπαιζαν κρυφτοκυνηγητό. Οι υποψήφιες κρυψώνες τους ήταν πολλές κι οι φωνές τους ακόμη περισσότερες. Μια άναρχη ζωτικότητα είχε πλημμυρίσει το δωμάτιο. Γρήγορα όμως τα παιδιά μεγάλωσαν κι η αφέλεια μετατράπηκε σε περίσκεψη.
Δεν ήμουν καθισμένος στη πολυθρόνα μου γιατί δεν υπάρχει καμιά πολυθρόνα σπίτι μου. Ήμουν όρθιος μπροστά στο νιπτήρα του μπάνιου. Κι όσο έπλενα τα δόντια μου μες απ την άκρη του ματιού μου γεννιόντουσαν κόσμοι. Σταμάτησα να κρυφοκοιτάζω. Αποφάσισα να βλέπω σταθερά μπροστά, μες απ τη κόρη του ματιού μου. Και τότε σε είδα γλυκιά μου να ‘ρχεσαι προς το μέρος μου. Κινήθηκα να σ αγκαλιάσω. Ήταν αδύνατο. Ήσουν μόνο μες στο καθρέφτη.
Copyright by Markos-the-Gnostic
Friday, July 28, 2006
Ο γαλάζιος σπουργίτης

Μόλις είχα αρχίσει να ξύνω με το ράμφος μου μια σχοινοτενή ακολουθία από παλιές τοιχογραφίες που είχαν καλυφθεί απ το χώμα και έβλεπα γεμάτος έκσταση τα χρώματα και τα σχέδια που ξεδιπλώνονταν σαν να γεννιούνται εκείνη τη στιγμή από τη δημιουργό πνοή που φυσούσε απαλά πάνω στην επιφάνεια του εδάφους…
Ο Αχιλλέας στη κηδεία του Έκτορα μες στην Αγια Σοφιά, ο Σίσυφος καθώς ανεβάζει τον βράχο ενώ τον παρακολουθεί αινιγματικά η Μαρία η Αιγυπτία, η Μαρία η Μαγδαληνή να πηδά στα ταυροκαθάψια και ο Μινώταυρος να την κοιτάζει χαιρέκακα, ο Απόλλωνας κι η Δάφνη να φιλιούνται με πάθος και τα μαλλιά τους να σκαλώνουν στα καρφιά του Εσταυρωμένου, η Παναγία κοιμωμένη και δίπλα της ο Ηρακλής με τη φαρέτρα να χτυπά τους διαβόλους που ήρθαν κι αυτοί να την προσκυνήσουν, η Αριάδνη να βοηθά με το κουβάρι της τον Χριστό δείχνοντάς του τους δρόμους των απόκληρων του Κάτω Κόσμου, ο Περσέας να γεννιέται από τη χρυσή βροχή του Δία και δίπλα του να μαλώνουν ο Πέτρος κι ο Ιωάννης για την πρωτοκαθεδρία, ο Μωυσής να κλαίει δίπλα στη σβησμένη βάτο απογοητευμένος που δεν πρόλαβε την παρουσία του Θεού, ο Ορφέας να σπάει απ΄ τα νεύρα του τη λύρα του καθώς πάντα του ξεφεύγει ο πρώτος – πρώτος ήχος της Δημιουργίας, δυο δεινόσαυροι να αγναντεύουν ο ένας τον άλλον κι ανάμεσα τους να τους ευλογεί σκαρφαλωμένος πάνω στον στύλο του ο Συμεών ο Στυλίτης, ο Σωκράτης αναψοκοκκινισμένος απ’ το πολύ κρασί να ρητορεύει για την επίδραση του ερυθρού οίνου στις παλλακίδες του Τάραντα, η Κλεοπάτρα να δηλητηριάζει το φίδι και γύρω της οι Παίδες εν Καμίνω, ο Βούδδας να κάθεται δίπλα στον Νώε κηρύσσοντας τη νιρβάνα στα ζώα της Κιβωτού, ο Νέρωνας να βαπτίζεται χριστιανός από τον Παύλο την ίδια ώρα που οι χριστιανοί πυρπολούν τη Ρώμη, ο Τζιορντάνο Μπρούνο να διδάσκει μες από την πυρά το δόγμα της Αγίας Τριάδος και γύρω του οι καρδινάλιοι να κρέμονται από τα χείλη του, ο Χριστός εκνευρισμένος που δεν τον καταλαβαίνει κανείς να στρέφεται προς τον Ιούδα παρακαλώντας τον να τον προδώσει για να γλιτώσει επιτέλους απ’ αυτόν τον κόσμο, ο Θησέας να ορμά στον Προκρούστη πού τραβά τον Εσταυρωμένο για να τον κόψει στα δύο, η Άρτεμις καβάλα στην δορκάδα να κυνηγά τον Άγιο Αντώνιο που την κρυφοκοιτάζει με πόθο, ο Ερμής να πετά μες στις κατακόμβες φέρνοντας τα μηνύματα των χαρούμενων θεών στους οπαδούς του μαρτυρίου και του πόνου, η σύντροφος του Κυρίου να χαμογελά, καθώς τα μακριά κατακόκκινα μαλλιά της συμπλέκονται ερωτικά με τα στήθη της, και δίπλα της ένας σπουργίτης με γαλάζια ουρά, εγώ ο ίδιος.
Copyright by Markos-the-Gnostic
